Stephen Cave

Stephen Cave: Οι 4 ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας για το θάνατο

Stephen CaveΟ φιλόσοφος ξεκινάει με μια σκοτεινή αλλά συναρπαστική ερώτηση: Πότε συνειδητοποιήσατε για πρώτη φορά πως θα πεθάνετε; Και ακόμα πιο ενδιαφέρον: Γιατί εμείς οι άνθρωποι αντιστεκόμαστε τόσο συχνά στο αναπόφευκτο του θανάτου; Σε μια συναρπαστική ομιλία ο Stephen Cave εξερευνά τέσσερις διηγήσεις, κοινές σε όλους τους πολιτισμούς, που λέμε στον εαυτό μας «προκειμένου να μας βοηθήσουν να διαχειριστούμε τον τρόμο του θανάτου.

Η μετάφραση έγινε από τη Miriela Patrikiadou και η επιμέλεια από το Stefano Reppa για το Ted Talks.

Έχω μια ερώτηση: Ποιος από σας θυμάται, πότε συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως θα πεθάνει;

Εγώ θυμάμαι. Ήμουν μικρός και ο παππούς μου είχε μόλις πεθάνει, και θυμάμαι μερικές μέρες αργότερα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι το βράδυ, να προσπαθώ να βγάλω νόημα από αυτό που είχε συμβεί. Τι σήμαινε ότι είχε πεθάνει; Που είχε πάει; Ήταν σαν να είχε ανοίξει μια τρύπα στην πραγματικότητα και τον είχε καταπιεί. Όμως τότε προέκυψε η πραγματικά, τρομακτική ερώτηση: Αν μπορούσε εκείνος να πεθάνει, μπορούσε αυτό να συμβεί και σε μένα; Μπορούσε αυτή η τρύπα στην πραγματικότητα να ανοίξει και να με καταπιεί; Θα άνοιγε κάτω από το κρεβάτι μου και θα με κατάπινε καθώς κοιμόμουν; Σε κάποια στιγμή, όλα τα παιδιά συνειδητοποιούν το θάνατο. Φυσικά, αυτό μπορεί να συμβεί με διαφορετικούς τρόπους, και συνήθως συμβαίνει σε διαφορετικά στάδια. Η ιδέα του θανάτου εξελίσσεται καθώς μεγαλώνουμε. Και αν κοιτάξετε πίσω, στις σκοτεινές γωνιές της μνήμης σας, μπορεί να θυμηθείτε κάτι σαν και αυτό που ένιωσα όταν πέθανε ο παππούς μου και όταν συνειδητοποίησα πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί και σε μένα, αυτή την αίσθηση πως πίσω από όλα αυτά, το κενό περιμένει.

Και αυτή η εξέλιξη στην παιδική ηλικία αντανακλά την εξέλιξη του είδους μας. Όπως ακριβώς υπήρξε ένα σημείο στη δική σας εξέλιξη ως παιδί, όταν η αίσθηση του εαυτού και του χρόνου σας εξελίχθηκε τόσο ώστε να συνειδητοποιήσετε πως είστε θνητοί, έτσι, σε κάποιο σημείο της εξέλιξης του είδους μας, κάποιο μέρος της πρώιμης ανθρώπινης αίσθησης για τον εαυτό και το χρόνο, εξελίχθηκε αρκετά ώστε να γίνουν οι πρώτοι άνθρωποι που συνειδητοποίησαν πως, «Πρόκειται να πεθάνω.» Αυτό είναι, αν θέλετε, η κατάρα μας. Είναι το κόστος που πληρώνουμε για να είμαστε τόσο έξυπνοι. Πρέπει να ζούμε με τη γνώση πως το χειρότερο που μπορεί να συμβεί, μια μέρα πράγματι θα συμβεί, το τέλος όλων των σχεδίων μας, των ελπίδων μας, των ονείρων μας, του προσωπικού μας κόσμου. Όλοι μας ζούμε στη σκιά μιας προσωπικής αποκάλυψης.

Και αυτό είναι φοβιστικό. Είναι τρομακτικό. Έτσι, ψάχνουμε για μια διέξοδο. Και στην περίπτωσή μου, όταν ήμουν περίπου πέντε χρονών, αυτό σήμαινε να ρωτήσω τη μαμά μου. Όταν άρχισα να ρωτάω τι συμβαίνει όταν πεθαίνουμε, οι ενήλικες γύρω μου εκείνο τον καιρό απαντούσαν με μια τυπική εγγλέζικη αμηχανία, ανάμικτη με απρόθυμη χριστιανοσύνη, και η φράση που άκουγα πιο συχνά ήταν πως ο παππούς ήταν πλέον «εκεί ψηλά και μας κοιτάει», και αν πέθαινα και εγώ, κάτι το οποίο φυσικά δεν θα συνέβαινε, τότε θα πήγαινα και εγώ «εκεί πάνω», και αυτό έκανε το θάνατο να ακούγεται σαν ένα υπαρξιακό ασανσέρ. Αυτό δεν ακουγόταν πολύ πειστικό. Εκείνη την εποχή παρακολουθούσα ένα παιδικό ενημερωτικό πρόγραμμα και ήταν η εποχή της εξερεύνησης του διαστήματος. Συνεχώς πήγαιναν πύραυλοι στον ουρανό, στο διάστημα, πήγαιναν «εκεί πάνω». Όμως κανένας από τους αστροναύτες όταν γύρισε δεν ανέφερε πως είχε συναντήσει τον παππού μου ή κάποιον άλλο από τους πεθαμένους. Όμως φοβόμουν, και η ιδέα του να πάρω το υπαρξιακό ασανσέρ για να δω τον παππού μου ακουγόταν πολύ καλύτερη από το να με καταπιεί το κενό την ώρα που κοιμόμουν. Και έτσι το πίστευα, παρ’ όλο που δεν έβγαζε και πολύ νόημα.

Και αυτή η διαδικασία σκέψης από την οποία πέρασα ως παιδί, και από την οποία έχω περάσει πολλές φορές από τότε και ως ενήλικας, είναι παράγωγο αυτού που οι ψυχολόγοι αποκαλούν προκατάληψη. Η προκατάληψη είναι ένας τρόπος κατά τον οποίο συστηματικά αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα λάθος, κάνουμε λάθος υπολογισμούς, κρίνουμε λάθος, παραποιούμε την πραγματικότητα, ή βλέπουμε τα πράγματα όπως θέλουμε, και η προκατάληψη στην οποία αναφέρομαι λειτουργεί έτσι: Φέρτε κάποιον αντιμέτωπο με το γεγονός πως πρόκειται να πεθάνει και θα πιστέψει σχεδόν οποιαδήποτε ιστορία που θα του πει πως αυτό δεν είναι αλήθεια και πως αντ’ αυτού, μπορεί να ζήσει για πάντα, ακόμη και αν αυτό σημαίνει πως θα πάρει το υπαρξιακό ασανσέρ. Μπορούμε να δούμε πως αυτή είναι η μεγαλύτερη προκατάληψη από όλες. Αυτό έχει αποδειχτεί σε περισσότερες από 400 εμπειρικές μελέτες. Αυτές οι μελέτες είναι ευφυείς, αλλά είναι απλές. Γίνονται κάπως έτσι: Παίρνεις δύο ομάδες ανθρώπων που είναι παρόμοιες από όλες τις απόψεις, και υπενθυμίζεις στη μια ομάδα πως πρόκειται να πεθάνουν, αλλά όχι στην άλλη, και μετά συγκρίνεις τη συμπεριφορά τους. Παρατηρείς πώς η προκατάληψη επηρεάζει τη συμπεριφορά όταν οι άνθρωποι συνειδητοποιούν τη θνητότητά τους. Και κάθε φορά, παίρνεις τα ίδια : Οι άνθρωποι που συνειδητοποιούν τη θνητότητά τους είναι πιο πρόθυμοι να πιστέψουν ιστορίες που τους λένε πως μπορούν να ξεφύγουν από το θάνατο και να ζήσουν για πάντα. Εδώ είναι ένα παράδειγμα: Μια πρόσφατη μελέτη χρησιμοποίησε δύο ομάδες αγνωστικιστών, δηλαδή ανθρώπων που είναι αναποφάσιστοι σε σχέση με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Ζητήθηκε από τη μια ομάδα να σκεφτούν πως έχουν πεθάνει. Από την άλλη ομάδα ζητήθηκε να σκεφτούν πως είναι μόνοι. Και μετά ρωτήθηκαν ξανά για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Αυτοί στους οποίους ζητήθηκε να σκεφτούν πως έχουν πεθάνει είχαν μετά, τις διπλάσιες πιθανότητες να εκφράσουν πίστη στο Θεό και τον Ιησού. Τις διπλάσιες πιθανότητες. Παρ’ όλο που προηγουμένως ήταν όλοι εξίσου αγνωστικιστές. Αλλά αν βάλεις το φόβο του θανάτου μέσα τους, τρέχουν στον Ιησού.

  ScreenStyler : Ένα εργαλείο προσαρμογής των Windows

Αυτό δείχνει πως η υπενθύμιση του θανάτου στους τους ωθεί να πιστεύουν ανεξάρτητα από τις αποδείξεις, και αυτό δεν ισχύει μόνο για τη θρησκεία, αλλά για οποιοδήποτε σύστημα πίστης που υπόσχεται κάποια μορφή αθανασίας, είτε με το να γίνεσαι διάσημος, ή με το να κάνεις παιδιά, ή ακόμα και με τον εθνικισμό, που υπόσχεται πως μπορείς να ζήσεις ως μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου. Αυτή είναι μια προκατάληψη που έχει διαμορφώσει τη ροή της ανθρώπινης ιστορίας.

Η θεωρία πίσω από αυτή την προκατάληψη, σε περισσότερες από 400 μελέτες, ονομάζεται θεωρία διαχείρισης του τρόμου, και η ιδέα είναι απλή. Είναι απλώς αυτό. Αναπτύσσουμε την κοσμοθεωρία μας, δηλαδή τις ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας σχετικά με τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν, προκειμένου να μας βοηθήσει να διαχειριστούμε τον τρόμο του θανάτου. Και αυτές οι ιστορίες αθανασίας έχουν χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, αλλά πιστεύω πως πέρα από τις φαινομενικές ποικιλίες τους, στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο τέσσερις βασικές μορφές που μπορούν να πάρουν αυτές οι ιστορίες αθανασίας. Και μπορούμε να τις δούμε να επαναλαμβάνονται μέσα στην ιστορία, με μόνο μερικές παραλλαγές που αντικατοπτρίζουν το λεξιλόγιο της εποχής τους. Θα σας παρουσιάσω εν συντομία αυτές τις τέσσερις μορφές της ιστορίας της αθανασίας, και θέλω να προσπαθήσω να σας δώσω μια αίσθηση του τρόπου με τον οποίο επαναλαμβάνονται από κάθε πολιτισμό ή γενιά, χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο της εποχής τους.

Η πρώτη ιστορία είναι η πιο απλή. Θέλουμε να αποφύγουμε το θάνατο, και το όνειρο να το κάνουμε αυτό με αυτό το σώμα, σε αυτόν τον κόσμο, για πάντα, είναι η πρώτη και η πιο απλή ιστορία αθανασίας, και μπορεί αρχικά να ακούγεται απίθανη, αλλά στην πραγματικότητα, σχεδόν κάθε πολιτισμός στην ανθρώπινη ιστορία έχει κάποιο μύθο ή θρύλο για ένα ελιξήριο ζωής ή μια πηγή νεότητας ή κάτι που μας υπόσχεται πως θα υπάρχουμε για πάντα. Η αρχαία Αίγυπτος είχε τέτοιους μύθους, η αρχαία Βαβυλώνα, η αρχαία Ινδία. Στην ευρωπαϊκή ιστορία τη βρίσκουμε στο έργο των αλχημιστών, και φυσικά την πιστεύουμε ακόμη και σήμερα, μόνο που διηγούμαστε αυτή την ιστορία χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο της επιστήμης. Έτσι, πριν από 100 χρόνια, οι ορμόνες είχαν μόλις ανακαλυφθεί και οι άνθρωποι ήλπιζαν πως οι θεραπείες με ορμόνες θα θεράπευαν τα γηρατειά και τις ασθένειες, και τώρα εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στα βλαστοκύτταρα, στη γενετική μηχανική και στη νανοτεχνολογία. Όμως η ιδέα πως η επιστήμη μπορεί να θεραπεύσει το θάνατο είναι απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο στην ιστορία του μαγικού ελιξήριου, μια ιστορία που είναι τόσο παλιά όσο ο πολιτισμός. Όμως το να ποντάρουμε τα πάντα στην ιδέα του να βρούμε το ελιξήριο και να μείνουμε ζωντανοί για πάντα είναι μια ριψοκίνδυνη στρατηγική. Αν κοιτάξουμε πίσω στην ιστορία και όλους αυτούς που στο παρελθόν αναζητούσαν ένα ελιξήριο, αυτό που σήμερα έχουν όλοι κοινό, είναι πως είναι όλοι νεκροί.

Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα εφεδρικό σχέδιο, και αυτό το δεύτερο σχέδιο είναι αυτό που προσφέρει η δεύτερη ιστορία αθανασίας, και αυτό είναι η ανάσταση. Και διατηρεί την ιδέα πως εγώ είμαι αυτό το σώμα, είμαι αυτός ο φυσικός οργανισμός. Δέχεται πως πρέπει να πεθάνω, αλλά λέει, πως παρ’ όλα αυτά, μπορώ να αναστηθώ και να ζήσω ξανά. Με άλλα λόγια, μπορώ να κάνω ότι έκανε και ο Ιησούς. Ο Ιησούς πέθανε, ήταν τρεις μέρες στον τάφο και μετά αναστήθηκε και έζησε ξανά. Και η ιδέα πως μπορούμε όλοι να αναστηθούμε και να ζήσουμε ξανά είναι ορθόδοξη πίστη όχι μόνο για τους χριστιανούς, αλλά και για τους Εβραίους και τους Μουσουλμάνους. Όμως η επιθυμία μας να πιστέψουμε αυτή την ιστορία είναι τόσο βαθιά ενσωματωμένη ώστε την εφευρίσκουμε ξανά για την επιστημονική εποχή, για παράδειγμα, με την ιδέα της κρυογενετικής. Αυτή είναι η ιδέα στην οποία όταν πεθάνεις, μπορείς να σε καταψύξουν, και όταν κάποια στιγμή η τεχνολογία θα έχει εξελιχθεί αρκετά, μπορούν να σε αποψύξουν, να σε επισκευάσουν και να σε επαναφέρουν στη ζωή, άρα να αναστηθείς. Έτσι, κάποιοι πιστεύουν πως ένας παντοδύναμος θεός θα τους αναστήσει και θα ζήσουν ξανά, και άλλοι πιστεύουν πως ένας παντοδύναμος επιστήμονας θα το κάνει.

Αλλά για άλλους, η ιδέα της ανάστασης, του να βγουν από τον τάφο, μοιάζει πολύ με μία κακή ταινία με ζόμπι. Βρίσκουν πως το σώμα είναι πολύ ακατάστατο, πολύ αναξιόπιστο για να εγγυηθεί την αιώνια ζωή, κι έτσι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην τρίτη και πιο πνευματική ιστορία αθανασίας, την ιδέα πως μπορούμε να αφήσουμε το σώμα μας και να συνεχίσουμε να ζούμε ως ψυχές. Η πλειοψηφία των ανθρώπων στη Γη πιστεύει πως έχει ψυχή, και αυτή η ιδέα είναι η ουσία πολλών θρησκειών. Όμως παρ’ όλο που στην τωρινή της μορφή, στην παραδοσιακή της μορφή, η ιδέα της ψυχής είναι ακόμη πολύ δημοφιλής, παρ’ όλα, και πάλι, την επανεφευρίσκουμε για την ψηφιακή εποχή, για παράδειγμα με την ιδέα πως μπορείς να αφήσεις το σώμα σου και να ανεβάσεις το πνεύμα σου, την υπόσταση σου, αυτό που πραγματικά είσαι, σε έναν υπολογιστή και έτσι να συνεχίσεις να ζεις σαν ένα άβαταρ στον αιθέρα.

  Spotify εγκαθίσταται αυτόματα σε Windows 10 και 11

Όμως φυσικά υπάρχουν οι σκεπτικιστές που λένε πως αν κοιτάξουμε τις αποδείξεις της επιστήμης, ιδιαίτερα της νευρεπιστήμης, υποδηλώνουν πως το πνεύμα σου, η υπόσταση σου, ο πραγματικός εαυτός σου, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματός σου, τον εγκέφαλό σου. Και τέτοιοι σκεπτικιστές βρίσκουν παρηγοριά στο τέταρτο είδος ιστορίας αθανασίας, και αυτό είναι η κληρονομιά, η ιδέα πως μπορείς να συνεχίσεις να ζεις μέσα από την ηχώ που αφήνεις στον κόσμο, όπως ο μεγάλος Έλληνας πολεμιστής Αχιλλέας, που θυσίασε τη ζωή του στον πόλεμο της Τροίας προκειμένου να κερδίσει την αθάνατη υστεροφημία. Και η αναζήτηση της φήμης είναι τόσο διαδεδομένη και δημοφιλής στις μέρες όσο ήταν πάντα, και στην ψηφιακή μας εποχή, είναι ακόμα πιο εύκολο να το επιτύχεις. Δεν χρειάζεται να είσαι σπουδαίος πολεμιστής όπως ο Αχιλλέας ή ένας μεγάλος βασιλιάς ή ένας ήρωας. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι μια σύνδεση στο διαδίκτυο και μια αστεία γάτα. (Γέλια) Όμως μερικοί άνθρωποι προτιμούν να αφήσουν πίσω τους μια πιο απτή βιολογική κληρονομιά. Παιδιά, για παράδειγμα. Ή θέλουν, ελπίζουν, να συνεχίσουν να ζουν ως μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου, ενός έθνους, μιας οικογένειας, μιας φυλής, με τα γονίδιά τους. Όμως και πάλι, υπάρχουν σκεπτικιστές που αμφισβητούν το κατά πόσον η κληρονομιά είναι πράγματι αθανασία. Ο Γούντι Άλεν, για παράδειγμα, είπε, «Δεν θέλω να συνεχίσω να ζω στις καρδιές των συμπολιτών μου. Θέλω να συνεχίσω να ζω στο διαμέρισμά μου.»

Έτσι, αυτά είναι τα τέσσερα βασικά είδη ιστοριών αθανασίας, και προσπάθησα να δώσω κάποια αίσθηση του πώς τις διηγείται ξανά κάθε γενιά μόνο με μερικές παραλλαγές που ταιριάζουν στις μόδες των καιρών. Και το γεγονός πως επανεμφανίζονται με αυτό τον τρόπο με τόσο όμοια μορφή αλλά σε τόσο διαφορετικά συστήματα πίστης, υποδηλώνει, νομίζω, πως πρέπει να είμαστε σκεπτικοί με την αλήθεια κάθε συγκεκριμένης έκδοσης αυτών των ιστοριών. Το γεγονός πως κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν πως ένας παντοδύναμος θεός θα τους αναστήσει για να ζήσουν ξανά και άλλοι πιστεύουν πως ένας παντοδύναμος επιστήμονας θα το κάνει, υποδηλώνει πως κανείς από τους δύο δεν το πιστεύει βασισμένος στη δύναμη των αποδείξεων. Μάλλον πιστεύουμε αυτές τις ιστορίες επειδή είμαστε προκατειλημμένοι να τις πιστέψουμε, και είμαστε προκατειλημμένοι να τις πιστέψουμε επειδή φοβόμαστε τόσο πολύ το θάνατο.

Οπότε το ερώτημα είναι, είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε τη μία ζωή που έχουμε με έναν τρόπο που διαμορφώνεται από το φόβο και την άρνηση, ή μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτή την προκατάληψη; Ο Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος πίστευε πως μπορούμε. Ισχυριζόταν πως ο φόβος του θανάτου είναι φυσιολογικός, αλλά δεν είναι λογικός. «Ο θάνατος», έλεγε, «δεν είναι τίποτα για μας επειδή όταν είμαστε εδώ, ο θάνατος δεν είναι, και όταν ο θάνατος είναι εδώ, εμείς έχουμε φύγει.» Αυτό αναφέρεται συχνά, αλλά είναι δύσκολο να το πιάσει κανείς, να το εσωτερικεύσει πραγματικά, επειδή η ίδια η ιδέα του ότι έχουμε φύγει είναι αυτή που είναι δύσκολο να φανταστούμε. Έτσι, 2.000 χρόνια μετά, ένας άλλος φιλόσοφος, ο Λούντβιγκ Βιτγκενστάιν, το έθεσε έτσι: «Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός στη ζωή. Δεν ζούμε για να βιώσουμε το θάνατο. Και έτσι,» πρόσθεσε, «με αυτή την έννοια, η ζωή δεν έχει τέλος.»

Έτσι, ήταν φυσιολογικό για μένα ως παιδί να φοβάμαι μη με καταπιεί το κενό, αλλά δεν ήταν λογικό, γιατί το να σε καταπιεί το κενό είναι κάτι που κανείς μας δεν θα ζήσει για να το βιώσει.

Το να ξεπεράσουμε αυτή την προκατάληψη δεν είναι εύκολο επειδή ο φόβος του θανάτου είναι τόσο βαθιά ριζωμένος μέσα μας, παρ’ όλα αυτά, όταν βλέπουμε πως ο ίδιος ο φόβος δεν είναι λογικός, και όταν δούμε ανοιχτά τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ασυνείδητα να μας κάνει προκατειλημμένους, τότε μπορούμε τουλάχιστον να ξεκινήσουμε να προσπαθήσουμε να ελαχιστοποιήσουμε την επίδραση που έχει στις ζωές μας.

Βρίσκω χρήσιμο να βλέπω τη ζωή σαν να είναι βιβλίο. Όπως ένα βιβλίο οριοθετείται από τα εξώφυλλα του, από την αρχή και το τέλος, έτσι και οι ζωές μας οριοθετούνται από τη γέννηση και το θάνατο, και παρ’ όλο που ένα βιβλίο περιορίζεται από μια αρχή και ένα τέλος, μπορεί να περιλαμβάνει μακρινά τοπία, εξωτικές φυσιογνωμίες, φανταστικές περιπέτειες. Και παρ’ όλο που ένα βιβλίο περιορίζεται από μια αρχή και ένα τέλος, οι χαρακτήρες του δε γνωρίζουν ορίζοντες. Γνωρίζουν μόνο τις στιγμές που φτιάχνουν την ιστορία τους, ακόμα και όταν το βιβλίο είναι κλειστό. Κι έτσι, οι χαρακτήρες ενός βιβλίου δεν φοβούνται να φτάσουν στην τελευταία σελίδα. Ο Λονγκ Τζον Σίλβερ δεν φοβάται μήπως τελειώσετε το αντίτυπο του «Το Νησί των Θησαυρών». Και έτσι πρέπει να γίνεται με εμάς. Φανταστείτε το βιβλίο της ζωής σας, τα εξώφυλλά του, την αρχή και το τέλος του και τη ζωή και το θάνατό σας. Μπορείτε να γνωρίζετε μόνο τις ενδιάμεσες στιγμές, τις στιγμές που δημιουργούν τη ζωή σας. Δεν έχει νόημα να φοβάστε αυτό που υπάρχει πέρα από τα εξώφυλλα, είτε πριν τη γέννησή σας, είτε μετά το θάνατό σας. Και δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για το πόσο μεγάλο είναι το βιβλίο, ή για το αν είναι ένα κόμικ ή ένα έπος. Το μόνο που έχει σημασία είναι να φτιάξετε μια καλή ιστορία.

Σας ευχαριστώ.

Written by giorgos

Ο Γιώργος ακόμα αναρωτιέται τι κάνει εδώ....

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το μήνυμα σας δεν θα δημοσιευτεί εάν:
1. Περιέχει υβριστικά, συκοφαντικά, ρατσιστικά, προσβλητικά ή ανάρμοστα σχόλια.
2. Προκαλεί βλάβη σε ανηλίκους.
3. Παρενοχλεί την ιδιωτική ζωή και τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα άλλων χρηστών.
4. Διαφημίζει προϊόντα ή υπηρεσίες ή διαδικτυακούς τόπους .
5. Περιέχει προσωπικές πληροφορίες (διεύθυνση, τηλέφωνο κλπ).


1  +  1  =