«Τον Ιούλιο πήγα στο γραφείο της Χρυσής Αυγής στον Πειραιά για να δηλώσω συμμετοχή για τις εκδηλώσεις στις Θερμοπύλες. Ζήτησαν το όνομά μου – τους έδωσα ψεύτικο – και το διαβατήριό μου. Ισχυρίστηκα ότι δεν το είχα μαζί μου. Το βρήκαν ψάχνοντας την τσάντα μου. Κατά τη διάρκεια της διάλεξης για τον Λεωνίδα, είδα τον επικεφαλής του γραφείου να γκουγκλάρει μανιωδώς σε ένα κλειστό γραφείο. Ορισμένα μέλη της οργάνωσης πήγαν κοντά του και συζητούσαν έντονα. Ο ομιλητής ολοκλήρωσε βιαστικά τον υπόλοιπο λόγο του. Τότε είδα τον επικεφαλής να σηκώνει το τηλέφωνο. Άρπαξα την τσάντα μου, προσπέρασα βιαστικά τους “στρατιώτες”, κατέβηκα γρήγορα τη σκάλα και έτρεξα στο δρόμο. Πήρα τρία διαφορετικά ταξί για να γυρίσω στο σπίτι. Από τότε δεν έχω επιστρέψει».
Η τελευταία παράγραφος με την οποία ολοκληρώνεται το ρεπορτάζ των 3745 λέξεων του Αμερικανού δημοσιογράφου Αλεξάντερ Κλαπ στο βρετανικό περιοδικό London Review of Books, όπου περιγράφεται η δραματική έξοδος από τη φωλιά του φιδιού. Τη στιγμή που οι Χρυσαυγίτες κατάλαβαν ότι τελικά ο Κλαπ δεν είναι αυτός που τους συστήθηκε πριν από έξι εβδομάδες, ότι δεν είναι ο «Αμερικανός νεο-φασίστας» που νόμιζαν όταν προσπάθησε να παρεισφρήσει στην οργάνωση.




